Μία, αν μη τι άλλο, βρετανική και φινετσάτη συνήθεια, μία παραδοσιακή συνταγή της Ανατολής ή ένα χειμωνιάτικο must; Όπως και να το παρουσιάσουμε, το τσάι έχει τη δική του τελετουργική φύση. Τι είναι όμως αυτό που το καθιστά υποσχόμενο ανταγωνιστή του καφέ στους λάτρεις του καφέ;

Ας ξεκινήσουμε με μία περιεκτική βιογραφία του. Είναι σημαντικό να μην μπερδεύουμε το τσάι με μίγματα βοτάνων, λουλουδιών και φρούτων. Το τσάι έχει κινέζικη καταγωγή και προέρχεται από το φυτό CamelliaThea (ή Sinensis), δηλαδή Καμέλια η Θεά (εξ’ ου και η αγγλική ονομασία του tea). Έφτασε στην γηραιά ήπειρο το 1610 από τους Πορτογάλους ως προϊόν πολυτελείας και από εκεί εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη. Βεβαίως και η Ελλάδα θα είχε βάλει το λιθαράκι της στον κολοσσό του τσαγιού, καθώς υιοθετούμε ένα ενδημικό είδος του, το Τσάι του Βουνού.
Λίγο πολύ όλοι ξέρουμε ότι «το τσάι κάνει καλό». Ξέρουμε όμως και με ποιο τρόπο; Μία ποιοτική κούπα τσάι εμπεριέχει αντιοξειδωτικά όπως οι πολυφαινόλες, οι ταννίνες και οι κατεχίνες, τα οποία δρουν προστατευτικά προς τον οργανισμό, δεσμεύοντας τις ελεύθερες ρίζες που προσλαμβάνουμε από κακής ποιότητας έλαια. Θα εντοπίσουμε, επίσης, μία ποσότητα καφεΐνης (η επονομαζόμενη, τεΐνη), την ουσία που κατά κόρον προσλαμβάνουμε από τον καφέ και η οποία δρα στο νευρικό σύστημα του εγκεφάλου, εντείνοντας την εγρήγορση και την αποδοτικότητα μας . Το χαρακτηριστικότερο, όμως, όλων συστατικό, είναι ένα αμινοξύ, η L-θεανίνη, η οποία εντοπίζεται αποκλειστικά στο τσάι. Η ουσία αυτή έχει ανασταλτική δράση κατά του στρες και του άγχους χωρίς όμως να επιφέρει νύστα ή αδυναμία παράλληλα. Για το λόγο αυτό το τσάι αποτελεί θεμελιώδες ρόφημα, για αιώνες τώρα, των μοναχών του Θιβέτ, καθώς αποζητούν μια νοητική εγρήγορση που ενισχύει η καφεΐνη αλλά συνάμα μια πνευματική διαύγεια και ηρεμία που προσφέρει η L-θεανίνη. (Niemuth, 2016)
Εκτός από το κλασσικό κρυολόγημα, το τσάι του Βουνού είναι γνωστό για την πρόληψη και την θεραπεία πολλών σύγχρονων παθήσεων. Βάσει ερευνών, ο Σιδερίτης αποδεδειγμένα δρα ως αναστολέας του άγχους, ως αναλγητικό σε πεπτικές δυσλειτουργίες, αναπνευστικά προβλήματα, ενισχύει το ανοσοποιητικό καθώς επίσης ερευνάται και η πιθανή δράση στην πρόληψη του Αλτσχάιμερ, της οστεοπόρωσης, του διαβήτη τύπου ΙΙ, τον εγκεφαλικών επεισοδίων και πιθανώς και των καρκινικών όγκων. Αναφορές για τις θεραπευτικές του ιδιότητες γίνονται ακόμη από τον Ιπποκράτη, πατέρα της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης. (Κνσταντίνος Ξένος, 2014)
Το πράσινο τσάι περιέχει την ουσία επιγαλλοκατεχίνη του γαλλικού εστέρα (EGCG), η οποία μπορεί να εκτοξεύσει τις καύσεις του μεταβολισμού μας.
Προκειμένου ο οργανισμός μας να κάψει το αποθηκευμένο του λίπος, πρέπει πρωτίστως να το διασπάσει (εντός των λιποκυττάρων) και να το αποβάλλει στην κυκλοφορία του αίματος. Η υπεύθυνη ορμόνη για αυτή τη διαδικασία είναι η νορεπινεφρίνη, η αύξηση της οποίας προκαλεί την αύξηση της λιποδιάλυσης. Το πράσινο τσάι στοχεύει ακριβώς σε αυτή τη δράση, διατηρωντας τα επίπεδα νορεπινεφρίνης ψηλά, αναστέλλοντας την έκκριση ενός ενζύμου ενισχύει το μηχανισμό διάσπασης του εναποθηκευμένου λίπους. Η καφεΐνη δρα συνεργατικά με όλη αυτή τη διεργασία. Αυτή η απελευθέρωση ενέργειας, καθιστά το λίπος διαθέσιμο για καύση.
Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι το εκχύλισμα πράσινου τσαγιού μπορεί να ενισχύσει την καύση του λίπους, ειδικά όταν συνυπάρχει με άσκηση. Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι το πράσινο τσάι μπορεί να ενισχύσει το μεταβολισμό και να μας βοηθήσει να κάψουμε περίπου 3-4% περισσότερες θερμίδες κάθε μέρα, ακόμη και σε κατάσταση πλήρους ηρεμίας (δηλαδή κατά τον ύπνο).
Επί του παρόντος δεν υπάρχουν στοιχεία ότι το πράσινο τσάι μας κάνει να τρώμε λιγότερες θερμίδες, μειώνοντας την όρεξη. (Gunnars, 2017)
Τέλος, το τσάι αποτελεί ένα εξαιρετικό διουρητικό, καθώς επίσης και ένα ευφάνταστο αντικαταστάτη για αυτούς που δεν πίνουν πολύ νερό.
Εστιάζοντας στην σχέση του τσαγιού με την απώλεια βάρους, οφείλουμε να επισημάνουμε στη δράση των κατεχινών. Οι κατεχίνες είναι αντιοξειδωτικές ουσίες που ανήκουν στην οικογένεια των φλαβονοειδών. Τα φύλλα του πράσινου τσαγιού εμπεριέχουν σημαντικές ποσότητες από αυτές. Συνοπτικά, η δράση τους αφορά την αύξηση του μεταβολικού ρυθμού, την θερμογένεση, την οξείδωση του λίπους (με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω), τη ρύθμιση του ζαχάρου του αίματος, καθώς και στην καλύτερη κυκλοφορία του εντός των λιποκυττάρων. Έρευνες από πανεπιστήμια του εξωτερικού, έδειξαν ότι η κατανάλωση πράσινου τσαγιού συνδέεται με την απώλεια του κοιλιακού λίπους, πάντα στα πλαίσια ενός υγιεινού διαιτολογίου και άσκησης. (Green tea catechins, caffeine and body-weight regulation, 2010).

Υπάρχουν ωστόσο και αντενδείξεις όσον αφορά την κατανάλωση του πράσινου τσαγιού. Σε περιπτώσεις πονοκεφάλου, ζάλης, έντονης αϋπνίας, διάρροιας, εγκυμοσύνης και στομαχικών διαταραχών, καλό είναι να αποφεύγεται η κατανάλωση του. Αντί αυτού, μπορείτε να αντικαταστήσετε με ένα ρόφημα βοτάνου όπως χαμομήλι. Η υπερβολική πρόσληψη του πράσινου τσαγιού μπορεί να οδηγήσει στη δυσαπορρόφηση του σιδήρου από τις τροφές. Μία λύση σε αυτό είναι το γεύμα μας να ενισχύεται από βιταμίνη C (πχ χυμό λεμόνι), η οποία δρα προστατευτικά απέναντι στο σίδηρο.
Η κατανάλωση που συστήνεται είναι περί τα 2 με 4 φλιτζάνια όσον αφορά το πράσινο τσάι. Για το τσάι του Βουνού δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ενδείξεις, καθώς δεν εμφανίζει διεγερτικές δράσεις όπως το Ασιατικό τσάι. Ωστόσο μία ανάλογη ποσότητα με αυτή του πράσινου τσαγιού πιθανόν να είναι επαρκής. (Kwan, 2016)