Πείνα και κορεσμός: μαθαίνοντας να ‘’ακούμε’’ το σώμα μας

No Comments

Πείνα και κορεσμός: μαθαίνοντας να ‘’ακούμε’’ το σώμα μας

Ο μηχανισμός της πείνας και του κορεσμού είναι ένας από τους πιο ευαίσθητους μηχανισμούς στο ανθρώπινο σώμα- που σημαίνει ότι πολύ εύκολα διαταράσσεται. Όπως ακριβώς συμβαίνει με όλα τα πλάσματα στη φύση, έτσι και ο άνθρωπος, όταν γεννιέται, δε χρειάζεται οδηγίες για το πόσο χρειάζεται να φάει για να χορτάσει: ένα βρέφος, είτε όταν θηλάζει, είτε από το μπιμπερό, σταματάει από μόνο του όταν νιώσει ότι χόρτασε. Αντίστοιχα, όταν πεινάει, ζητάει συχνά με το κλάμα ή άλλα ‘΄σινιάλα’’, τροφή. Τι συμβαίνει όμως, όσο μεγαλώνουμε; Γιατί συχνά δεν είμαστε σίγουροι αν πεινάμε ή δε μπορούμε να σταματήσουμε να τρώμε;

Όπως είπαμε, ο μηχανισμός αυτός, αποτελεί έναν από τους πιο εύκολα διαταράξιμους μηχανισμούς στο σώμα μας.  Με την πάροδο των χρόνων, λοιπόν, και μεγαλώνοντας, επιδρούν πάνω του διάφοροι παράγοντες/βιώματα: η γιαγιά που επιμείνει να αδειάσουμε το πιάτο μας, η εθιστική δράση πρόσθετων όπως η ζάχαρη και το αλάτι, τα τεράστια (και σε ποσότητα φαγητού αλλά και σε διάρκεια που μένουμε στο τραπέζι) γιορτινά τραπέζια…και πολλά πολλά ακόμη.

Σε όλα αυτά, έρχεται να προστεθεί και η κουλτούρα της δίαιτας, που φαίνεται συχνά να συνδέει -ΠΑΡΑΛΟΓΑ- την έννοια της πείνας με το αποτέλεσμα: πρέπει να πεινάς, αν θες να χάσεις κιλά.

Τελικά, όλα τα παραπάνω, καταλήγουν να θέσουν εκτός ισορροπίας αυτόν τον έμφυτο μηχανισμό πείνας-κορεσμού, με αποτέλεσμα, έναν ενήλικα που τρώει (ή δεν τρώει) από συνήθεια, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει το πότε πεινάει και πότε χορταίνει.

Πώς, λοιπόν, μπορούμε να μάθουμε εκ νέου να ξεχωρίζουμε πείνα και κορεσμό;

Αρχικά, είναι πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε τη χρησιμότητα του μηχανισμού αυτού για το σώμα μας: χάρη σε αυτόν μπορούμε 1)να δώσουμε στο σώμα μας αυτό ακριβώς που χρειάζεται, τη στιγμή που το χρειάζεται, 2)να πάρουμε από την τροφή απόλαυση.

Η πείνα-που θεωρείται λανθασμένα ο πυλώνας κάθε δίαιτας- πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μία πολύτιμη επικοινωνία με το σώμα μας. Ο στόχος εδώ είναι:

  • Να μην είμαστε πολύ πεινασμένοι: η υπερβολική πείνα οδηγεί σε υπερφαγία ακόμα κι αν δεν βρίσκεις το γεγονός ότι πεινάς ενοχλητικό σαν αίσθηση. Αν πεινάς πολύ και δεν το ικανοποιήσεις, αυτό είναι ενοχλητικό και δεν μπορείς να διατηρήσεις ένα τέτοιο μοτίβο μακροπρόθεσμα. Στερώντας το σώμα από τροφή τη στιγμή που σου δίνει σήμα ότι πεινάει, δηλαδή αγνοώντας την πείνα σου, το μόνο που επιτυγχάνεις είναι η περαιτέρω διατάραξη αυτού του μηχανισμού. Όταν προσπαθείς να αγνοήσεις την πείνα σου ( ή τα ψυχολογικά «θέλω») τότε γίνονται πιο έντονα. Είναι όπως ένα μικρό παιδί που προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του όταν είσαι απασχολημένος. Το παιδί θα κάνει όλο και πιο έντονα πράγματα, μέχρι να αναγκαστείς να το προσέξεις.
  • Να πάρουμε απόλαυση απ’ το φαγητό: το να μην πεινάς είναι ουδέτερο. Χρειάζεται το φαγητό να γίνει μια ευχάριστη εμπειρία τουλάχιστον, για να αξίζει να τρως με αυτόν τον τρόπο για καιρό.

Σε καθημερινή βάση, χρειάζεται να ενεργοποιήσεις την αίσθηση της ικανοποίησης. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να περάσεις την ουδέτερη γραμμή του «δεν πεινάω». Να νιώσεις λίγη πείνα και μετά θα έχεις την αίσθηση της ικανοποίησης (μέτριος κορεσμός). Αυτό είναι το πρόβλημα όταν δεν αφήνεσαι να πεινάσεις: δεν παίρνεις την ικανοποίηση ότι κάλυψες την ανάγκη.

Από την άλλη, όταν αφήνεις το στομάχι σου άδειο για πολλές ώρες, και αγνοώντας τα σημάδια της πείνας, όταν πια φτάσει η στιγμή που θα φας, ‘’πέφτεις με τα μούτρα’’ στο γεύμα, τρως βιαστικά και με μανία. Έτσι, είναι σημαντικό να προτιμήσεις να φας σε αυτό το στάδιο της ‘μέτριας’ πείνας, καθώς, πέρα από το δίνεις χρόνο στον εγκέφαλο να αντιληφθεί τον ερχόμενο κορεσμό, έχεις το περιθώριο να απολαύσεις το φαγητό με όλες τις αισθήσεις σου, να δώσεις προσοχή στη γεύση και την υφή του.

Η απόλαυση του φαγητού είναι απαραίτητη για να αντιληφθεί ο εγκέφαλος ότι ‘’χορταίνει’’. Και αυτό είναι το πρόβλημα όταν μία διατροφή έχει απαγορευμένα ή προς περιορισμό φαγητά. Αναπόφευκτα όταν εσκεμμένα δεν καταναλώνεις αυτά τα φαγητά, παίρνουν μια ειδική δύναμη στο μυαλό σου (αρχίζεις να τα θυμάσαι σαν περισσότερο ιδιαίτερα και νόστιμα απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα και αρχίζεις να νιώθεις θυμωμένος ή στερημένος όταν δεν μπορείς να τα έχεις. Ακόμα κι αν είσαι εσύ που τα στερείς απ’ τον εαυτό σου, νιώθεις το ίδιο όπως όταν κάποιος άλλος σου επιβάλει να κάνεις κάτι που δεν θέλεις  και προκαλεί αντιδράσεις παρόμοιες με τον  τρόπο που συνήθως αντιδράς σε κάποιον που σου επιβάλει κάτι παράλογο. Γι αυτό συχνά καταλήγουμε ύστερα από λίγο καιρό, να τα υπερ-καταναλώσουμε: μοιάζει σαν η στέρηση της απόλαυσής τους να ‘’εμποδίζει’’ τον κορεσμό.

Η απόλαυση λοιπόν όλων των φαγητών- ή και γλυκών- είναι σημαντικό στοιχείο. Μία στο τόσο, είναι υγιές να καταναλώνουμε και τις πιο ‘’ανθυγιεινές’’ τροφές, μόνο για να τις απολαύσουμε. Η συχνότητα ποικίλει ανάλογα το άτομο και αλλάζει με τον χρόνο, άρα μπορεί, ας πούμε, να είναι από λίγη σοκολάτα καθημερινά μέχρι 1 σπέσιαλ γλυκό μια φορά την εβδομάδα.

Ο έλεγχος της πείνας εφιστά  την προσοχή σου σε αυτό που σε κάνει να ξεκινήσεις και να σταματήσεις να τρως και όχι στο τι θα φας. Ο στόχος είναι να τρώμε ‘φυσιολογικά’, που  σημαίνει αρκετές φορές την ημέρα και περνώντας το ουδέτερο σημείο κάθε φορά που τρώμε. Αν δεν μπορείτε να ξεκινήσετε με 5 γεύματα, ξεκινήστε με 2 ή 3 και αν χρειάζεται, αυξήστε τα σταδιακά.

Πρακτικά;

Ένας απλός εμπειρικός τρόπος για να αρχίσουμε να επαναξιολογούμε την πείνα και τον κορεσμό μας, είναι με μία κλίμακα από το 1 ως το 5 όπου το 1 είναι η κατάσταση απόλυτης πείνας και το 5 το υπερβολικά χορτάτος:

1 = υπερβολική πείνα (έντονη πείνα, ζαλάδα, πονοκέφαλος)

2 = πείνα (έχω ανάγκη να φάω κάτι, τσιμπήματα στο στομάχι, πεσμένη ενέργεια)

3 = χορτάτος- κορεσμός (νιώθω πλήρης και ικανοποιημένος)

4 = πολύ χορτάτος  (ανάγκη να χαλαρώσω τα ρούχα, πρέπει να κάτσω για λίγο)

5 = ‘’έφαγα υπερβολικά’’ (αίσθηση έντονης δυσφορίας, δεν κατεβαίνει μπουκιά)

Για να καταλάβουμε καλύτερα τη διαβάθμιση, μπορούμε να τη συγκρίνουμε με μία παλιότερη αίσθηση. Για παράδειγμα σε μία νηστεία, αν θυμηθούμε πως νιώθαμε το στομάχι μας όταν ήταν άδειο. Ή για να καταλάβουμε το μέγεθος της έντονης πληρότητας, αρκεί να θυμηθούμε το αίσθημα δυσφορίας μετά από ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Ξεκίνα, λοιπόν, να προσέχεις πως νιώθεις το φαγητό στο στομάχι σου. Ιδανικά, θα πρέπει να αρχίζεις το γεύμα σε μια μέτρια κατάσταση πείνας (περίπου στο 2) και να σταματάς όταν νιώσεις ευχάριστα χορτάτος και πλήρης χωρίς να νιώσεις «σκασμένος». Χρειάζεται χρόνος για να νιώσεις χορτάτος. Σταματώντας περίπου στο 3, μετά από λίγη ώρα ο βαθμός κορεσμού θα ανέβει στο 4. Είναι φυσιολογικό να πεινάμε 2,5 – 3 ώρες μετά το γεύμα.

Η σημασία της ενσυνείδητης διατροφής

Αλλά, πέρα από αυτή την παρατήρηση του αισθήματος στο στομάχι, η αποκατάσταση αυτού του μηχανισμού, συνεπάγεται αυτό που ονομάζουμε ενσυνείδητη διατροφή. Η ενσυνείδητη διατροφή έγκειται στην αντίληψη του φαγητού (και ως τροφή και ως διαδικασία θρέψης) και στην απόλαυσή του με όλες τις αισθήσεις μας. Σκοπός είναι να αρχίσουμε, δηλαδή, να ακούμε το σώμα μα  ,να εντοπίζουμε τα σημάδια πείνας και κορεσμού, καθώς και να είμαστε παρόντες σε κάθε γεύμα, απολαμβάνοντας την τροφή που συνειδητά επιλέγουμε να καταναλώσουμε, και όχι απλά να καταπίνουμε μπουκιές.

 Μερικές χρήσιμες συμβουλές για να αρχίσετε να τρώτε συνειδητά  

  1. Κάθισε στο τραπέζι όταν τρώς. Θα σε βοηθήσει να συγκεντρωθείς και να χαλαρώσεις περισσότερο. Προσπάθησε να βρεις ένα ήσυχο σημείο που δεν θα σε αποσπάσει κάτι.
  2. Απόφυγε τους περισπασμούς όταν τρώς. Δηλαδή την τηλεόραση, το διάβασμα βιβλίων, να δουλεύεις, να είσαι στον υπολογιστή. Χρειάζεται να εστιάσεις στα σημάδια του σώματος όταν τρως. Δώσε προσοχή στο μάσημα της τροφή, στην γεύση του φαγητού, στη διαδικασία κατάποσης κτλ
  3. Να χρησιμοποιείς πάντα πιάτο και πιρούνι. Έτσι, είναι σαν να κάνεις μια επίσημη δήλωση «τώρα τρώω φαγητό» αντί του να γεμίζεις το στόμα με σνακ απ΄ το ντουλάπι. Όταν χρησιμοποιείς πιρούνι και κουτάλι, η διαδικασία έχει μια ιεροτελεστία και σε κάνει να τρως σιγά-σιγά χωρίς να καταπίνεις το φαγητό.  Όταν χρησιμοποιείς πιάτο, σε βοηθάει:  να κάνεις γνωστό στον εαυτό σου ότι θα φας, να κάνεις τη διαδικασία του φαγητού κάτι επίσημο, ενώ είναι πιο εύκολο να καταλάβεις πού και πόσο τρως.
  4. Κάνε έλεγχο ενδιάμεσα. Αυτό σημαίνει να σταματήσεις στο μέσο του γεύματος και να λάβεις γνώση του τι κάνεις. Ρώτησε τον εαυτό σου τα εξής:  Πως είναι η γεύση του φαγητού, έχει εξίσου καλή γεύση όπως όταν ξεκίνησα να τρώω; Είμαι ακόμα πεινασμένος, σχεδόν χορτάτος ή πλήρης; Τι λένε τα σημάδια του σώματος;
  5. Βάλε το χέρι σου πάνω στο μέσον του στομάχου και αναρωτήσου. « το στομάχι μου γεμίζει?»  Κάνε κάθε γεύμα ξεχωριστό. Άναψε κεριά, βάλε μια ευχάριστη απαλή μουσική που θα σε βοηθήσει να χαλαρώσεις. Είναι εκπληκτικό πόσο νόστιμο γίνεται ένα γεύμα όταν έχεις τον χρόνο να συμπεριλάβεις όλες τις αισθήσεις.

Με αυτές τις πρακτικές, και με το πέρασμα του χρόνου, μπορείς να αρχίσει να έρχεσαι σε επαφή με τα σημάδια πείνας και κορεσμού στο σώμα σου . Έτσι, μπορείς να επιλέγεις συνειδητά πότε και τι θα φας, να απολαμβάνεις το γεύμα σου-αφού δεν φτάνεις σε σημεία υπερβολικής στέρησης ή δυσφορίας- και να τρέφεσαι τόσο οργανικά όσο και ψυχικά μέσω της τροφής σου.  Τελικά, μπορεί να αναθεωρήσεις και τη σχέση σου με τις δίαιτες, και, σίγουρα, θα μπορέσεις να δεις με άλλο μάτι τη διατροφή αλλά και το πόσο σοφό μπορεί να είναι το σώμα σου.

 

Δάφνη Νταλάπα, Μαίρη Αλέξη